νομισματικός
-ή, -ό, επίθ.
- ο σχετικός με το νόμισμα
- [το θηλ. ως ουσ.] νομισματική, κλάδος της αρχαιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη και την έρευνα νομισμάτων και χαρτονομισμάτων παλαιότερων εποχών.
Ετυμολογία
< νομισματ- (< νόμισμα) + [παραγωγική κατάλ. επιθ.] -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νομισματικός», σ. 579. https://navalhistory.gr/lexiko/νομισματικοσ/