νόμιμος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που γίνεται σύμφωνα με το νόμο και τους θεσμούς ή που αναγνωρίζεται, που προβλέπεται ή που ορίζεται από το νόμο, συνών. σύννομος, θεμιτός, αντών. άνομος, παράνομος
- [ως ουσ.] α) το νόμιμο, ό,τι είναι σύμφωνο με το νόμο, β) τα νόμιμα, τα όσα ορίζονται από το νόμο.
Ετυμολογία
< αρχ. νόμιμος.
Παράγωγα
νομιμότητα.
Επιρρήματα
νόμιμα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νόμιμος», σ. 579. https://navalhistory.gr/lexiko/νομιμοσ/