navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νόμιμος

νόμιμος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που γίνεται σύμφωνα με το νόμο και τους θεσμούς ή που αναγνωρίζεται, που προβλέπεται ή που ορίζεται από το νόμο, συνών. σύννομος, θεμιτός, αντών. άνομος, παράνομος
  2. [ως ουσ.] α) το νόμιμο, ό,τι είναι σύμφωνο με το νόμο, β) τα νόμιμα, τα όσα ορίζονται από το νόμο.

Ετυμολογία

< αρχ. νόμιμος.

Παράγωγα

νομιμότητα.

Επιρρήματα

νόμιμα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νόμιμος», σ. 579. https://navalhistory.gr/lexiko/νομιμοσ/