navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νόμιμα και νομίμως

νόμιμα

Και: νομίμως

επίρρ.

σύμφωνα με αυτά που ορίζουν οι νόμοι, συνών. νομοτύπως, νομότυπα, αντών. έκνομα, εκνόμως.

Ετυμολογία

< επίθ. νόμιμος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νόμιμα και νομίμως», σ. 579. https://navalhistory.gr/lexiko/νομιμα-και-νομιμωσ/