νεωλκώ
ρ. [μετβ.]
σύρω πλοίο στην ξηρά, έλκω πλοίο στο νεώλκιο.
Ετυμολογία
< ναῦς, γεν. νεώς [= πλοίο] + ἕλκω [= τραβώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νεωλκώ», σ. 574. https://navalhistory.gr/lexiko/νεωλκω/