θαλασσοδέρνω
Και: θαλασσοδέρνομαι
ρ. [αμετβ.]
(λαϊκότροπο)
- χτυπώ κάποιον ή κάτι με κύματα, σε τέτοιον βαθμό, που να διαφαίνεται ο κίνδυνος του πνιγμού του ή της βύθισής του
- αντιμετωπίζω την τρικυμία και κινδυνεύω να πνιγώ, παλεύω με τα κύματα, συνών. θαλασσοπνίγομαι
- (μτφ.) δεν μπορώ να βρω λύση στο πρόβλημα που με βασανίζει, βρίσκομαι σε αδιέξοδο.
Ετυμολογία
< θάλασσ(α) -ο- + δέρνω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσοδέρνω και θαλασσοδέρνομαι», σ. 349. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοδερνω-και-θαλασσοδερνομαι/