navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θαλασσοδέρνω και θαλασσοδέρνομαι

θαλασσοδέρνω

Και: θαλασσοδέρνομαι

ρ. [αμετβ.]

(λαϊκότροπο)

  1. χτυπώ κάποιον ή κάτι με κύματα, σε τέτοιον βαθμό, που να διαφαίνεται ο κίνδυνος του πνιγμού του ή της βύθισής του
  2. αντιμετωπίζω την τρικυμία και κινδυνεύω να πνιγώ, παλεύω με τα κύματα, συνών. θαλασσοπνίγομαι
  3. (μτφ.) δεν μπορώ να βρω λύση στο πρόβλημα που με βασανίζει, βρίσκομαι σε αδιέξοδο.

Ετυμολογία

< θάλασσ(α) -ο- + δέρνω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσοδέρνω και θαλασσοδέρνομαι», σ. 349. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοδερνω-και-θαλασσοδερνομαι/