ωκεανοπλοΐα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- κλάδος της ναυτικής επιστήμης που έχει ως αντικείμενο μελέτης και έρευνας τον διάπλου των ωκεανών με χρήση των αστρονομικών και δορυφορικών παρατηρήσεων
- ποντοπλοΐα, ναυσιπλοΐα στους ωκεανούς.
Ετυμολογία
< ωκεανός + -πλοΐα (< -πλοος < πλους < αρχ. πλέω).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωκεανοπλοΐα», σ. 932. https://navalhistory.gr/lexiko/ωκεανοπλοια/