navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μετανάστης

μετανάστης

ο, μετανάστρια, η, ουσ.

(κοινωνιολ.) αυτός/-ή που εγκαταλείπει συνειδητά την πατρίδα του/της για μεγάλο χρονικό διάστημα και εγκαθίσταται σε άλλη χώρα για λόγους, συνήθως, οικονομικούς και λιγότερο πολιτικούς ή κοινωνικούς, αλλιώς χαρακτηρίζεται ως πρόσφυγας, συνών. εμιγκρές, αποδημητής, απόδημος, ξενιτεμένος, μέτοικος

Ετυμολογία

< αρχ. μετά + ναίω [= κατοικώ, διαμένω].

Παράγωγα

μεταναστεύω.

Σύνθετα

λαθρομετανάστης.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετανάστης», σ. 518. https://navalhistory.gr/lexiko/μεταναστησ/