navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μετάξι

μετάξι

το, ουσ.

  1. ίνα που σχηματίζεται από το κουκούλι του μεταξοσκώληκα κι είναι εξαιρετικής ποιότητας και αντοχής
  2. (συνεκδ.) το ύφασμα που σχηματίζεται από την παραπάνω κλωστή
  3. οτιδήποτε έχει απαλή υφή.

Ετυμολογία

< μτγν. μετάξιον, υποκ. του ουσ. μέταξα.

Παράγωγα

μεταξένιος, μεταξωτός.

Σύνθετα

μεταξοβιομηχανία, μεταξοβιομήχανος, μεταξοβάμπακος, μεταξοειδής, μεταξοπαραγωγή, μεταξοπαραγωγός, μεταξοσκώληκας, μεταξοσκωληκοτροφία, μεταξόσπορος, μεταξουργός, μεταξοΰφαντος, μεταξότριχα, μεταξοϋφαντουργία, μεταξουργείο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετάξι», σ. 518. https://navalhistory.gr/lexiko/μεταξι/