μαύρος
-η, -ο, επίθ.
- (εθνολ.) μελαμψός, συνών. αράπης, νέγρος
- (μτφ.) α) δυστυχισμένος, συνών. απόκληρος, δύσμοιρος, ταλαίπωρος, δόλιος, κακομοίρης, καψερός, φουκαράς, φτωχός, έρμος, β) κακός, συνών. μοχθηρός, άθλιος, ελεεινός, οικτρός
- (το ουδ. ως ουσ.) το μαύρο, α) το χασίσι, β) (το θηλ. ως ουσ.) η μαύρη, αγορά ή αγοραπωλησία που δεν είναι νόμιμη που δεν είναι διαφανής
- (εκφρ.) «ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι», όταν δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες, «μαύρη αλήθεια», πικρή αλήθεια, «θα σε κάνω μαύρο», θα σε δείρω, «τα βλέπω όλα μαύρα», αντιμετωπίζω τα γεγονότα με απαισιοδοξία, «μαύρη λίστα», κατάλογος επικίνδυνων προσώπων ή απαγορευμένων πραγμάτων, «μαύρη λάσπη / σημαία / πεύκη / τρύπα / αλήθεια / μαγεία / αγορά» κ.ά.
Ετυμολογία
< μτγν. μαύρος < αρχ. ἀμαυρός < ἀμαυρῶ [= σκοτεινός, χωρίς φως].
Παράγωγα
μαυρίζω > μαύρισμα, μαυρίλα, μαυράδι.
Σύνθετα
μαυρογένης, μαυροδάφνη, μαυροκίτρινος, μαυροκούκι, μαυρόλυκος [= μικρό ψάρι που ζει σε μεγάλα βάθη του Ειρηνικού και Ατλαντικού ωκεανού], μαυρομάλλης, μαυρομάτης, μαυροπίνακας, μαυροσκούφης, μαυροφορεμένος, μαυροφρύδης.
Επιρρήματα
μαύρα [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαύρος», σ. 507. https://navalhistory.gr/lexiko/μαυροσ/