μαυρορινόβατος
ο, ουσ.
(ιχθυολ.) είδος σελαχιού που το συναντάμε σχετικά συχνά στη Μεσόγειο, έχει ρομβοειδές σχήμα σώματος, περιφέρεται σε αμμώδεις και λασπώδεις βιότοπους σε βάθος μέχρι 100 μέτρα, τρέφεται με μικρά βυθόβια ψάρια και ασπόνδυλα, η επιστ. του ονομ.: Rhinobatos cemiculus [διώνυμο], εμπορικά αδιάφορο.
Ετυμολογία
< μαυρο- + ριν(α) + -ο- + βάτος [= είδος σαλαχιού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαυρορινόβατος», σ. 507. https://navalhistory.gr/lexiko/μαυρορινοβατοσ/