μάκτρο
το, ουσ.
- [παρωχημένο] σφουγγάρι ή οτιδήποτε άλλο με το οποίο κάποιος σκουπίζεται ή σκουπίζει μια επιφάνεια, πατσαβούρα
- προσόψι, πετσέτα
- (στρατ.) ειδικό εργαλείο, ξύλινο κοντάρι που στην άκρη του φέρει κυλινδρική ψήκτρα για τον καθαρισμό και τη λίπανση του σωλήνα πυροβόλου όπλου.
Ετυμολογία
< μτγν. μάκτρον < μάσσω [= ψηλαφώ, ζυμώνω, σφουγγίζω].
Σύνθετα
χειρόμακτρον, ποδόμακτρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάκτρο», σσ. 497-498. https://navalhistory.gr/lexiko/μακτρο/