navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μάκτρο

μάκτρο

το, ουσ.

  1. [παρωχημένο] σφουγγάρι ή οτιδήποτε άλλο με το οποίο κάποιος σκουπίζεται ή σκουπίζει μια επιφάνεια, πατσαβούρα
  2. προσόψι, πετσέτα
  3. (στρατ.) ειδικό εργαλείο, ξύλινο κοντάρι που στην άκρη του φέρει κυλινδρική ψήκτρα για τον καθαρισμό και τη λίπανση του σωλήνα πυροβόλου όπλου.

Ετυμολογία

< μτγν. μάκτρον < μάσσω [= ψηλαφώ, ζυμώνω, σφουγγίζω].

Σύνθετα

χειρόμακτρον, ποδόμακτρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάκτρο», σσ. 497-498. https://navalhistory.gr/lexiko/μακτρο/