navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λογιστής

λογιστής

ο, λογίστρια, η, ουσ.

(επάγγ.) υπάλληλος σε ιδιωτική επιχείρηση ή σε δημόσιο οργανισμό ή ο ελεύθερος επαγγελματίας που ασχολείται με την καταγραφή των οικονομικών στοιχείων, τους ειδικούς λογαριασμούς, τις δανειακές υποχρεώσεις, τις φοροτεχνικές ενημερώσεις κ.λπ. του φορέα στον οποίο προσφέρει τις εξειδικευμένες γνώσεις του.

Ετυμολογία

αρχ. < λογίζομαι [= μετρώ, υπολογίζω] + -της.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λογιστής», σ. 488. https://navalhistory.gr/lexiko/λογιστησ/