λίπανση
η, ουσ.
- επάλειψη επιφάνειας με λίπος ή με άλλη λιπαρή ουσία για την προφύλαξή του από τις φθορές που προκαλεί η τριβή και η διάβρωση
- (μηχανολ.) η προσθήκη λιπαντικής ουσίας στο μηχανικό τμήμα, συνών. λάδωμα, γρασάρισμα, (φρ.) «λίπανση βαλβίδας / με πίεση / με σταγόνες / αυτόματη / μηχανική / τεχνητή / αλυσίδας / άξονα / ρουλεμάν», «δοχείο / λάδι / κρουνός / οπή λιπάνσεως»,
- ο εμπλουτισμός του εδάφους με βελτιωτικά στοιχεία.
Ετυμολογία
< μτγν. λίπαν(σις) -ση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λίπανση», σ. 486. https://navalhistory.gr/lexiko/λιπανση/