navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λάδωμα

λάδωμα

το, ουσ.

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαδώνω, η επάλειψη ή το πασάλειμμα μιας επιφάνειας με λάδι
  2. (μτφ.) εξαγορά συνειδήσεως για εξασφάλιση προνομιακής θέσης ή απόκτησης προσωπικού κέρδους.

Ετυμολογία

< λαδώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάδωμα», σ. 472. https://navalhistory.gr/lexiko/λαδωμα/