λάδωμα
το, ουσ.
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαδώνω, η επάλειψη ή το πασάλειμμα μιας επιφάνειας με λάδι
- (μτφ.) εξαγορά συνειδήσεως για εξασφάλιση προνομιακής θέσης ή απόκτησης προσωπικού κέρδους.
Ετυμολογία
< λαδώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάδωμα», σ. 472. https://navalhistory.gr/lexiko/λαδωμα/