navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λιπαίνω

λιπαίνω

ρ. [μετβ.]

  1. αλείφω κάποιο αντικείμενο με λίπος ή με άλλη λιπαρή ουσία για να το συντηρήσω, να το προφυλάξω από τις φθοροποιές συνέπειες της τριβής και της διάβρωσης, συνών. λαδώνω
  2. (μηχανολ.) προσθέτω λιπαντική ουσία σε περιστρεφόμενα μέρη του κινητήρα με σκοπό τη μείωση της τριβής, λαδώνω, γρασάρω.
  3. εμπλουτίζω το καλλιεργούμενο έδαφος με χημικά ή φυσικά βελτιωτικά.

Ετυμολογία

< αρχ. λιπαίνω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιπαίνω», σ. 486. https://navalhistory.gr/lexiko/λιπαινω/