λεία
η, ουσ.
- λάφυρα, κλοπιμαία
- λαφυραγώγηση, άρπαγμα, πλιάτσικο
- το θύμα σαρκοφάγου ζώου, θήραμα.
Ετυμολογία
< αρχ. λεία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεία», σ. 478. https://navalhistory.gr/lexiko/λεια/