navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λεία

λεία

η, ουσ.

  1. λάφυρα, κλοπιμαία
  2. λαφυραγώγηση, άρπαγμα, πλιάτσικο
  3. το θύμα σαρκοφάγου ζώου, θήραμα.

Ετυμολογία

< αρχ. λεία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεία», σ. 478. https://navalhistory.gr/lexiko/λεια/