λαμβάνω
ρ. [μετβ]
- παίρνω, παραλαμβάνω
- εντοπίζω σήμα τηλεπικοινωνιακό, ραδιοφωνικό, ηχητικό κ.λπ.
- (μτφ.) καταλαμβάνω.
Ετυμολογία
< αρχ. λαμβάνω.
Σύνθετα
ανακαταλαμβάνω, αναλαμβάνω, αναλαβαίνω, απολαμβάνω, απολαβαίνω, διαλαμβάνω, εκλαμβάνω, επαναλαμβάνω, επαναπροσλαμβάνω, επιλαμβάνομαι, καταλαμβάνω, μεταλαμβάνω, παραλαμβάνω, παραλαβαίνω, περιλαμβάνω, προκαταλαμβάνω, προλαμβάνω, προσλαμβάνω, συλλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαμβάνω», σ. 474. https://navalhistory.gr/lexiko/λαμβανω/