navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λαδομπογιά

λαδομπογιά

η, ουσ.

  1. πυκνή βαφή που παρασκευάζεται με ανάμιξη κάποιου τύπου λαδιού, συνήθως λινελαίου ή παπαρουνέλαιου, για χρώματα ζωγραφικής ή κάποιας χρωστικής ουσίας, συνών. ελαιόχρωμα
  2. (συνεκδ.) ζωγραφικός πίνακας φτιαγμένος από λαδομπογιά.

Ετυμολογία

< λάδ(ι) -ο- + μπογιά.

Παράγωγα

λαδομπογια(ν)τίζω > λαδομπογιά(ν)τισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαδομπογιά», σ. 472. https://navalhistory.gr/lexiko/λαδομπογια/