λαδομπογιά
η, ουσ.
- πυκνή βαφή που παρασκευάζεται με ανάμιξη κάποιου τύπου λαδιού, συνήθως λινελαίου ή παπαρουνέλαιου, για χρώματα ζωγραφικής ή κάποιας χρωστικής ουσίας, συνών. ελαιόχρωμα
- (συνεκδ.) ζωγραφικός πίνακας φτιαγμένος από λαδομπογιά.
Ετυμολογία
< λάδ(ι) -ο- + μπογιά.
Παράγωγα
λαδομπογια(ν)τίζω > λαδομπογιά(ν)τισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαδομπογιά», σ. 472. https://navalhistory.gr/lexiko/λαδομπογια/