navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποπέμπω

αποπέμπω

ρ. [μετβ.]

  1. διώχνω μακριά, συνών. εκδιώκω, ξαποστέλνω
  2. απομακρύνω εργαζόμενο από το πόστο του, παύω, απολύω, καθαιρώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀποπέμπω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποπέμπω», σ. 109. https://navalhistory.gr/lexiko/αποπεμπω/