αποπέμπω
ρ. [μετβ.]
- διώχνω μακριά, συνών. εκδιώκω, ξαποστέλνω
- απομακρύνω εργαζόμενο από το πόστο του, παύω, απολύω, καθαιρώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀποπέμπω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποπέμπω», σ. 109. https://navalhistory.gr/lexiko/αποπεμπω/