navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιχθυ(ο)-

ιχθυ(ο)-

[πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων της Νέας Ελληνικής]

ψάρι.

Ετυμολογία

< αρχ. ἰχθύς [γεν. -ύος].

Σύνθετα

ιχθυαγορά, ιχθυάλευρο, ιχθυγόνος, ιχθυογραφία, ιχθυοειδής, ιχθυοκένταυρος, ιχθυόκολλα, ιχθυολογώ, ιχθυοκτονία, ιχθυοπώλης, ιχθυοτρόφος, ιχθυόμπουφος, ιχθυοφάγος, ιχθυοφόρος, ιχθυοκονσερβοποιία, [αρχ.] ἰχθυβολεύς = ἰχθυβόλος,, και πολλές άλλες λ. που είναι επιστημονικοί όροι, με ελληνογενή δομή καθώς και νόθα σύνθετα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιχθυ(ο)-», σ. 377. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχθυο/