ιχθυογενετικός
-ή, -ό, και ιχθυογεννητικός, -ή, -ό, επίθ.
αυτός που σχετίζεται με τη γέννηση και την παραγωγή ψαριών, (φρ.) «ιχθυογενετικός σταθμός».
Ετυμολογία
< αρχ. ἰχθύς + γενετικός < γένεσις < γίγνομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιχθυογενετικός», σ. 377. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχθυογενετικοσ/