navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιχθυηρός

ιχθυηρός

-ά, -ό, επίθ.

  1. αυτός που είναι κατάλληλος για ψάρια
  2. αυτός που σχετίζεται με ψάρια ή προέρχεται από αυτά, (φρ.) «ιχθυηρός ζωμός», δηλ. η ψαρόσουπα
  3. ρυπαρός, δυσώδης
  4. [το θηλ. ως ουσ.] η ιχθυηρά, α) φόρος στα αλιευμένα ψάρια, β) «πύλη η ιχθυηρά», η ψαραγορά.

Ετυμολογία

< ἰχθυηρός, -ά, -όν, [= βρώμικος, ακάθαρτος] < ἰχθύς.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιχθυηρός», σ. 377. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχθυηροσ/