ισομερής
-ής, -ές επίθ.
- αυτός που αποτελείται από ίσα μέρη
- (χημ.) «ισομερείς ενώσεις», χημικές ενώσεις που έχουν την ίδια σύσταση και το ίδιο μοριακό βάρος, διαφορετική, όμως, τη διάταξη των ατόμων τους και διαφορετικές φυσικές και χημικές ιδιότητες.
Ετυμολογία
< ισομέρεια, [για τη 2η ερμ.] ξέν. όρ. από τη γαλλ. isomerie.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισομερής», σ. 373. https://navalhistory.gr/lexiko/ισομερησ/