ίνδιο
το, ουσ.
(χημ.) μαλακό, γυαλιστερό, αργυροχόο στοιχείο της ομάδας των μετάλλων, βρίσκεται μόνο σε ίχνη στα παραπροϊόντα της μεταλλοβιομηχανίας.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) νεολατιν. indium < ισπαν. indigo [= λουλακί χρώμα] < λατιν. indicum < αρχ. ἰνδικός [= λουλάκι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ίνδιο», σ. 368. https://navalhistory.gr/lexiko/ινδιο/