ισοδύναμος
-η, -ο, επίθ. [μτγν.]
- αυτός που έχει το ίδια δύναμη με κάποιον άλλον, (φρ.) «ισοδύναμη χωρητικότητα / αντίσταση / αυτεπαγωγή», «ισοδύναμο κύκλωμα», «ισοδυναμικές γραμμές / επιφάνειες»,
- αυτός που έχει την ίδια έννοια ή την ίδια αξία με άλλον, συνών. συνώνυμος, ταυτόσημος, ισάξιος
- (για τροφές) που έχουν την ίδια θρεπτική αξία.
Παράγωγα
ισοδυναμώ.
Επιρρήματα
ισοδύναμα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισοδύναμος», σ. 372. https://navalhistory.gr/lexiko/ισοδυναμοσ/