ίππουρος
ο, ουσ.
1. (ιχθυολ.) είδος θαλάσσιου ψαριού, (αρχ.) ἱππουρεὺς.
Ετυμολογία
< ἵππος + οὐρά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ίππουρος», σ. 370. https://navalhistory.gr/lexiko/ιππουροσ/