θειούχος
-α, -ο, επίθ.
- Χημεία
- από το 1802
(χημ.) όρος που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τις ενώσεις του θείου με κάποιο άλλο χημικό στοιχείο, καθώς και τις οργανικές ενώσεις που περιέχουν θείο, (φρ.) «θειούχος μόλυβδος», αλλιώς γαληνίτης και γαλένα, «θειούχος υδράργυρος», αλλιώς και κινναβαρίτης, «θειούχες ιαματικές πηγές», «θειούχος χαλκός / ψευδάργυρος / κασσίτερος», «θειούχο αμμώνιο», γνωστό και ως «βόμβα της βροχής», «θειούχο νάτριο».
Ετυμολογία
< θεί(ον) + - ούχος < έχω, μτφρδ. από τη γαλλ. sulfure < λατιν. sulfureus. Η λ. μαρτυρείται από το 1802.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θειούχος», σ. 352. https://navalhistory.gr/lexiko/θειουχοσ/