navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θωρακισμένος

θωρακισμένος

-η, -ο, μτχ. [παθ. παρακ. του ρ. θωρακίζω]

προστατευμένος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θωρακισμένος», σ. 361. https://navalhistory.gr/lexiko/θωρακισμενοσ/