θεμελιώδης
-ης, -ες, επίθ. [γεν. θεμελιώδους]
- αυτός που ανήκει ή εφαρμόζει στα θεμέλια, κρηπίδωμα
- (μτφ.) ριζικός, βασικός, συνών. θεμελιακός, ουσιώδης
- (φρ.) «θεμελιώδης τύπος / ανάλυση / νόμος / συχνότητα / συχνότητα ηχητικού κύματος / αστρομετρία», «θεμελιώδες μήκος / ζήτημα / πρόβλημα».
Ετυμολογία
< θεμέλι(ον) + -ώδης.
Επιρρήματα
θεμελιωδώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θεμελιώδης», σ. 352. https://navalhistory.gr/lexiko/θεμελιωδησ/