navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θεμελιώδης

θεμελιώδης

-ης, -ες, επίθ. [γεν. θεμελιώδους]

  1. αυτός που ανήκει ή εφαρμόζει στα θεμέλια, κρηπίδωμα
  2. (μτφ.) ριζικός, βασικός, συνών. θεμελιακός, ουσιώδης
  3. (φρ.) «θεμελιώδης τύπος / ανάλυση / νόμος / συχνότητα / συχνότητα ηχητικού κύματος / αστρομετρία», «θεμελιώδες μήκος / ζήτημα / πρόβλημα».

Ετυμολογία

< θεμέλι(ον) + -ώδης.

Επιρρήματα

θεμελιωδώς [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θεμελιώδης», σ. 352. https://navalhistory.gr/lexiko/θεμελιωδησ/