θεοδόλιχος
ο, ουσ.

(τοπογρ.+ αστρον.) γεωδαιτικό - οπτικό όργανο, που χρησιμεύει στον προσδιορισμό διευθύνσεων και στη μέτρηση οριζόντιων και κάθετων γωνιών.
Ετυμολογία
< γαλλ. théodolite, με παρετυμολόγηση του αρχ. δολιχός [= μακρύς, μακρινός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θεοδόλιχος», σ. 353. https://navalhistory.gr/lexiko/θεοδολιχοσ/