navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θεμέλιο και θέμελο

θεμέλιο

Και: θέμελο

το, ουσ.

  1. το κατώτερο τμήμα οικοδομήματος, το πέλμα, που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και σ’ αυτό στηρίζεται το σύνολο της κατασκευής, (φρ.) «θεμέλια σπιτιού / πολυκατοικίας / οικοδομής»
  2. (μτφ.) η βάση κάποιας κατασκευής, το σημείο στήριξης.

Ετυμολογία

< αρχ. θεμέλιον, ουσιαστικοποιημένο ουδ. του επιθέτου θεμέλιος [= αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα θεμέλια].

Σημείωμα

Τίτλοι βιβλίων «Το ασάλευτο θεμέλιο», του Φώτη Κόντογλου, εκδ. Ακρίτας. «Σύγχρονες δημοκρατίες σε σαθρά θεμέλια», του Κωνσταντίνου Ι. Βαμβακά, εκδ. Αρμός. «Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών», του Immanuel Kant, εκδ. Δωδώνη. «Από τον Nietzsche στον Kerouac - Το θεμέλιο, η άβυσσος, η περιπλάνηση», του Δημήτρη Ν. Λαμπρέλλη, εκδ. Παπαζήση, 2013.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θεμέλιο και θέμελο», σ. 352. https://navalhistory.gr/lexiko/θεμελιο-και-θεμελο/