θειώδης
-α, -ο, επίθ.
αυτός που μοιάζει με το θειάφι, που είναι χρωματικά κίτρινος ή κιτρινοπράσινος, (κυρ. στη χημ.) ονομασία ορισμένων ενώσεων του θείου, (φρ.) «θειώδη οξέα / άλατα».
Ετυμολογία
< μτγν. θειώδης [= αυτός που περιέχει θειάφι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θειώδης», σ. 352. https://navalhistory.gr/lexiko/θειωδησ/