θαλασσοταραχή
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- η ύπαρξη μεγάλων κυμάτων στην επιφάνεια της θάλασσας, συνών. τρικυμία, φουρτούνα, κλύδων, αντών. γαλήνη, νηνεμία
- (μτφ.) ταλαιπωρία, περιπέτεια.
Ετυμολογία
< θάλασσ(α) -ο- + ταραχή.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσοταραχή», σ. 351. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοταραχη/