navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θαλασσομάχος

θαλασσομάχος

ο, ουσ. [δες λογοτ. θαλασσοπόρος]

  1. πολεμιστής, αγωνιστής της θάλασσας
  2. (μτφ.) ο τολμηρός ναυτικός, συνών. θαλασσοπόρος [δες λ.], ποντοπόρος, πελαγοδρόμος
  3. αλυσίδα ή συρματόσχοινο ή και συνδυασμός τους, που ενισχύει την στερέωση του μπαστουνιού [= τύπος καταρτιού].

Ετυμολογία

< θάλασσ(α) -ο- + -μάχος < μάχομαι.

Επιρρήματα

δες θαλασσοπόρος στο

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσομάχος», σ. 350. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσομαχοσ/