θαλασσομάχος
ο, ουσ. [δες λογοτ. θαλασσοπόρος]
- πολεμιστής, αγωνιστής της θάλασσας
- (μτφ.) ο τολμηρός ναυτικός, συνών. θαλασσοπόρος [δες λ.], ποντοπόρος, πελαγοδρόμος
- αλυσίδα ή συρματόσχοινο ή και συνδυασμός τους, που ενισχύει την στερέωση του μπαστουνιού [= τύπος καταρτιού].
Ετυμολογία
< θάλασσ(α) -ο- + -μάχος < μάχομαι.
Επιρρήματα
δες θαλασσοπόρος στο
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσομάχος», σ. 350. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσομαχοσ/