navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θαλασσομαχώ

θαλασσομαχώ

ρ. [αμετβ.]

  1. παλεύω με τη θάλασσα, με τα κύματά της, ναυμαχώ, θαλασσοπνίγομαι
  2. θαλασσοδέρνω [δες λ.].

Ετυμολογία

< θάλασσ(α) -ο- + μάχ(ομαι) -ώ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσομαχώ», σ. 350. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσομαχω/