θαλασσοπόρος
ο, ουσ. [μτγν.]
α) αυτός που κάνει ταξίδια με πλοίο, αυτός που κάνει θαλασσοπορίες, συνών. ποντοπόρος, πελαγοδρόμος, θαλασσομάχος, β) ο εξερευνητής νέων θαλάσσιων περιοχών και οδηγητής άλλων σε νέες παράλιες περιοχές, (ειδικότ.) οι ναυτικοί της εποχής των γεωγραφικών εξερευνήσεων και ανακαλύψεων.
Ετυμολογία
< μτγν. < θάλασσ(α) -ο- + πόρος. Ο θαλασσοπόρος Έχω ένα καράβι, τόσο, με πανιά, θάλασσες αφήνει, θάλασσες περνά. Άφωνος στον κίνδυνο και θαλασσομάχος, ταξιδεύω σχίζοντας πέλαγα μονάχος. Στου περιβολιού μας τη δεξαμενή τα νερά τους σμίγουν πέντε ωκεανοί! Γύρω περιμένουν στις ακτές οι κάβοι δίπλα τους ν” αράξει τ” άσπρο το καράβι. Στην Ινδία, στο Βόλγα, στο Μισισιπή τρέχει το καράβι μου, πάει σαν αστραπή. Το φεγγάρι μέσα απ” το πυκνό πλατάνι στα ταξίδια του όλα συντροφιά μου κάνει. Προς τα πολυτρίχια, λίγο παρακεί, το τιμόνι αν στρίψω, να κι η Αφρική. Πίσω απ” του κισσού μας τη χλωρή κουρτίνα, έγια μόλα, βάζω πλώρη για την Κίνα. Το Σουέζ, την Πόλη και τον Παναμά, ως να με φωνάξει για φαΐ η μαμά. Καθισμένος πλάι σε μια γλάστρα δυόσμο δέκα χρονών πλοίαρχος, γνώρισα τον κόσμο!
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσοπόρος», σσ. 350-351. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοποροσ/