navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θαλασσοπνίγομαι

θαλασσοπνίγομαι

ρ. [αμετβ.]

  1. πνίγομαι στη θάλασσα, συνών. σκυλοπνίγομαι
  2. θαλασσοδέρνω [δες λ.].

Ετυμολογία

< θάλασσ(α) -ο- + πνίγομαι. Ο ΠΑΝΤΑΡΩΤΑΣ Ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος διά να πηδήση εις τον άλλον κόσμον είχε το ιδικόν του. Καλά που ευρέθη κι' αυτό το υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτης, φελούκα παμπάλαιος, διά να θαλασσοπνίγεται και πορίζεται τα προς το ζην ο μπάρμπ’-Αλέξης. Ήτο πτωχός, πάμπτωχος. Τόσα χρόνια που εγύριζε στην ξενητειά, κ’ εταξείδευε με ξένα καράβια, κατάλαβες, καμμίαν προκοπήν δεν είχεν ιδεί. Παραπάνω από λοστρόμος δεν κατώρθωσε να φθάση…

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσοπνίγομαι», σ. 350. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοπνιγομαι/