θαλάσσιος
-ια, -ιο, επίθ.
αυτός που ανήκει ή που αναφέρεται στη θάλασσα ή που προέρχεται απ’ αυτήν, αντών. στεριανός, (ειδικότ.) [φρ.] «θαλάσσιο φυτό / ζώο / σκι / κύμα / εμπόριο», «θαλάσσια λουτρά / ρεύματα / τραγωδία [ενν. ναυάγιο] / αλιεία / οδός / αύρα / βιομηχανία εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου / βλάστηση / γεωλογία / πτηνά», «θαλάσσιες μεταφορές / συγκοινωνίες / γραμμές [ενν. η ναυσιπλοΐα] / επιχώσεις / ιζηματογενείς εναποθέσεις», «θαλάσσιος αετός / ελέφαντας / ίππος / λέοντας / φίδι / πάγος / υδρομετεωρολογικός σταθμός / πλούτος», «θαλάσσιοι χάρτες».
Ετυμολογία
< αρχ. θαλάσσιος.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλάσσιος», σ. 348. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσιοσ/