navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θαλασσόβιος

θαλασσόβιος

-ια, -ιο, επίθ.

  1. αυτός που ζει στη θάλασσα
  2. αυτός που εξασφαλίζει τα αναγκαία για την επιβίωση του από τη θάλασσα
  3. αυτός που αγαπά υπερβολικά τη θάλασσα.

Ετυμολογία

< θάλασσ(α) -ο- + βίος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλασσόβιος», σ. 348. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσοβιοσ/