ηχείο
το, ουσ.

- (τεχνολ.) ξύλινο ή πλαστικό κουτί εντός του οποίου τοποθετείται μία ηλεκτρομηχανική ή ηλεκτροακουστική διάταξη / συσκευή που ενισχύει την ένταση του ήχου
- (θέατρ.) ειδικό μηχάνημα στο αρχ. ελλ. θέατρο που χρησίμευε για ηχητική παραγωγή βροντής.
Ετυμολογία
< μτγν. ἠχεῖον [= τύμπανο], μτφρδ. από την αγγλ. resonator.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηχείο», σ. 343. https://navalhistory.gr/lexiko/ηχειο/