ηχητικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που αναφέρεται στον ήχο ή που παράγει ήχο ή που ενισχύει κάποιον ήχο, συνών. ηχογόνος, ένηχος, ηχηρός, αντών. άηχος, (φρ.) «ηχητικές εγκαταστάσεις», «ηχητικά σήματα / κύμβαλα / κύματα», «ηχητική βυθομέτρηση / βολίδα / νάρκη / ενέργεια / πηγή / πίεση / ισχύς / ένταση / κλήση / σήμανση / εκπομπή / εγκατάσταση / μετάδοση / στίγμα / ρύπανση / τέχνη».
Ετυμολογία
< μτγν. ἠχητικός [= ηχηρός].
Επιρρήματα
ηχητικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηχητικός», σ. 343. https://navalhistory.gr/lexiko/ηχητικοσ/