ηλιόκαυστος
-η, -ο, επίθ.
- ο ηλιοκαμένος
- [το ουδ. ως ουσ.] το ηλιόκαυστο, χταπόδι, αστακός ή οποιοδήποτε άλλο είδος ψαριού που έχει εκτεθεί και ξεραθεί στον ήλιο.
Ετυμολογία
< ηλι(ος) -ο- + καυστός < καίω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλιόκαυστος», σ. 337. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιοκαυστοσ/