ηλεκτρικός
-ή, -ό, επίθ.
- από το 1766
- αυτός που έχει σχέση με τον ηλεκτρισμό, που ανήκει ή αναφέρεται στον ηλεκτρισμό
- αυτός που παράγει ηλεκτρισμό
- αυτός που κινείται ή λειτουργεί με τη δύναμη του ηλεκτρισμού
- [ως ουσ.] Ηλεκτρική, εργοστάσιο υποδομών ηλεκτρισμού στην περιοχή του Κερατσινίου, όπου στις 13/10/44 δυνάμεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ και κατοίκων της περιοχής συγκρούστηκαν νικηφόρα με γερμανικές μονάδες
- (φρ.) «ηλεκτρική απόδοση / γωνία / δοκιμαστική λυχνία / εγκατάσταση / έλξη / ενέργεια / θέρμανση / ιπποδύναμη / ισορροπία / ισχύς / κίνηση / καταιγίδα / μηχανή / πέδηση / πίεση / πρόωση / στήλη, πρωτογενής και δευτερογενής / συγκόλληση / συσκευή / χωρητικότητα / αντίσταση / βαλβίδα / διπλοστιβάδα / εκκένωση με αέρια / εκφόρτιση χωρίς αγώγιμη επαφή [δηλ. χωρίς ηλεκτρόδια] / επικοινωνία / καρέκλα / σκούπα κ.ά. αντικείμενα», «ηλεκτρικό αλατόμετρο / βαρούλκο / δίκτυο / δρομόμετρο / είδωλο / καλώδιο / κύκλωμα / μάτι / μολύβι / πεδίο / ρεύμα / στοιχείο / σύρμα / τόξο / τραίνο / αυτοκίνητο / τρυπάνι / φάσμα / φορτίο / φύσημα / ψυγείο», «ηλεκτρικός ανεμιστήρας / άξονας / εξοπλισμός / εξαρτισμός / θερμαντήρας / καμάκι / κλίβανος / λαμπυρισμός / προβολέας / ρευματοδότης / ρευματολήπτης / σιδηρόδρομος / σπινθήρας / συλλέκτης / τηλέγραφος / τόρνος / υπερθερμαντήρας / φανός».
Ετυμολογία
< αγγλ. electric < ηλεκτρο- [< αρχ. ἤλεκτρον = κεχριμπάρι] + καταλ. -ικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1766.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρικός», σ. 333. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτρικοσ/