navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηλεκτρίζω

ηλεκτρίζω

ρ. [μετβ.]

  1. προσθέτω ή αφαιρώ ηλεκτρόνια από ένα σώμα προκαλώντας έτσι ροή ηλεκτρονίων, φορτίζω κάτι με ηλεκτρισμό
  2. (μτφ.) δημιουργώ ένταση άλλοτε για ευχάριστους λόγους κι άλλοτε για δυσάρεστους, συνών. ενθουσιάζω, γοητεύω, ξεσηκώνω
  3. (μτφ.) ασκώ γοητεία σε κάποιον
  4. (μτφ.) εξάπτω, διεγείρω, αναστατώνω.

Ετυμολογία

< γαλλ. électriser < électr(o)- [= ηλεκτρ(ο)-] + -iser.

Παράγωγα

ηλέκτριση, ηλεκτριστικός, ηλεκτρίσιμος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρίζω», σ. 333. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτριζω/