navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηλέκτριση

ηλέκτριση

η, ουσ.

  1. μετάδοση ηλεκτρικού ρεύματος, η φόρτιση, η πλήρωση με ηλεκτρισμό
  2. (μτφ.) διέγερση, μετάδοση ενθουσιασμού, έξαψη.

Ετυμολογία

< ηλεκτρίζω, απόδοση στην ελλ. ξέν. όρου, πρβλ. αγγλ. electrification.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλέκτριση», σ. 333. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτριση/