ηλέκτριση
η, ουσ.
- μετάδοση ηλεκτρικού ρεύματος, η φόρτιση, η πλήρωση με ηλεκτρισμό
- (μτφ.) διέγερση, μετάδοση ενθουσιασμού, έξαψη.
Ετυμολογία
< ηλεκτρίζω, απόδοση στην ελλ. ξέν. όρου, πρβλ. αγγλ. electrification.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλέκτριση», σ. 333. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτριση/