ηλεκτρεγερτικός
-ή, -ό, επίθ.
- από το 1861
- αυτός που προκαλεί ή δημιουργεί την κίνηση του ηλεκτρισμού
- αυτός που υπό την επίδραση μιας μηχανικής ή χημικής δράσης αναπτύσσει τον ηλεκτρισμό
- ο σχετιζόμενος με τον παραγόμενο ηλεκτρισμό
- «ηλεκτρεγερτική δύναμη», η ηλεκτρική τάση που υφίσταται στους πόλους μιας πηγής ηλεκτρικού ρεύματος, όταν δεν διαρρέεται από ρεύμα.
Ετυμολογία
< ξ.ό. από την αγγλ. electromotive < electro- < ήλεκτρο- < αρχ. ἤλεκτρον [= κεχριμπάρι] + - motive [= κινητικός]. Η λ. μαρτυρείται από το 1861.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρεγερτικός», σ. 333. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτρεγερτικοσ/