εχέγγυος
-ος, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι άξιος εμπιστοσύνης, που προσφέρει τις απαραίτητες εγγυήσεις, συνών. φερέγγυος, αξιόπιστος, έμπιστος
- (το ουδ. ως ουσ.) το εχέγγυο, αυτό που προσφέρεται ως εγγύηση για την επίτευξη ενός στόχου, αυτό που θεωρείται ως ασφάλεια.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐχέγγυος < ἔχω + ἔγγυος [= αυτός που παρέχει εγγύηση] < ἐγγύη [= εγγύηση, ασφάλεια].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εχέγγυος», σ. 322. https://navalhistory.gr/lexiko/εχεγγυοσ/