navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εχέγγυος

εχέγγυος

-ος, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι άξιος εμπιστοσύνης, που προσφέρει τις απαραίτητες εγγυήσεις, συνών. φερέγγυος, αξιόπιστος, έμπιστος
  2. (το ουδ. ως ουσ.) το εχέγγυο, αυτό που προσφέρεται ως εγγύηση για την επίτευξη ενός στόχου, αυτό που θεωρείται ως ασφάλεια.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐχέγγυος < ἔχω + ἔγγυος [= αυτός που παρέχει εγγύηση] < ἐγγύη [= εγγύηση, ασφάλεια].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εχέγγυος», σ. 322. https://navalhistory.gr/lexiko/εχεγγυοσ/