navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φερέγγυος

φερέγγυος

-α, -ο, επίθ.

αυτός που παρέχει εγγυήσεις στις συναλλαγές του: α) με κάποιο πιστωτικό ίδρυμα, ή β) στο χώρο της αγοράς, αυτός που μπορεί κανείς να του έχει εμπιστοσύνη, συνών. αξιόπιστος, αξιόχρεος, ασφαλής, αντών. αφερέγγυος, αναξιόπιστος.

Ετυμολογία

< αρχ. φερέγγυος.

Παράγωγα

φερεγγυότητα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φερέγγυος», σ. 888. https://navalhistory.gr/lexiko/φερεγγυοσ/