ευκρασία
η, ουσ.
- (για καιρό) η ιδιότητα του εύκρατου, η ήπια θερμοκρασία, η ηπιότητα του κλίματος
- (για ανθρώπους) η καλή κράση του οργανισμού, η καλή ιδιοσυγκρασία.
Ετυμολογία
< αρχ. εὔ + -κρασία [= το καλό ανακάτεμα των υγρών] < κράσις < αρχ. κεράννυμι [= αναμειγνύω, ανακατεύω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευκρασία», σ. 316. https://navalhistory.gr/lexiko/ευκρασια/