ευκολία
η, ουσ.
- η έλλειψη δυσκολίας, συνών. ευχέρεια, άνεση, αντών. δυσκολία, δυσχέρεια, ζόρι
- η ιδιότητα του εύκολου
- (μτφ.) η χρηματική διευκόλυνση, η εξυπηρέτηση
- [πληθ.] ευκολίες, οι, η αφθονία των αναγκαίων μέσων, οι ανέσεις της ζωής, συνών. κομφόρ, μέσα
- (φρ.) «ευκολίες λιμένα», η ύπαρξη λιμενικών υποδομών για άμεση εξυπηρέτηση σκαφών και για θαλάσσια προστασία εγκαταστάσεων.
Ετυμολογία
< αρχ. εὔκολος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευκολία», σσ. 315-316. https://navalhistory.gr/lexiko/ευκολια/