navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευκολία

ευκολία

η, ουσ.

  1. η έλλειψη δυσκολίας, συνών. ευχέρεια, άνεση, αντών. δυσκολία, δυσχέρεια, ζόρι
  2. η ιδιότητα του εύκολου
  3. (μτφ.) η χρηματική διευκόλυνση, η εξυπηρέτηση
  4. [πληθ.] ευκολίες, οι, η αφθονία των αναγκαίων μέσων, οι ανέσεις της ζωής, συνών. κομφόρ, μέσα
  5. (φρ.) «ευκολίες λιμένα», η ύπαρξη λιμενικών υποδομών για άμεση εξυπηρέτηση σκαφών και για θαλάσσια προστασία εγκαταστάσεων.

Ετυμολογία

< αρχ. εὔκολος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευκολία», σσ. 315-316. https://navalhistory.gr/lexiko/ευκολια/